εμπρησμός

Μεταφράσεις

εμπρησμός

arsonجَرِيـمَةُ الـحَرْق عَمْداًžhářstvíbrandstiftelseBrandstiftungincendio provocado, incendiotuhopolttoincendie volontairepaležincendio doloso放火방화죄brandstichtingbrannstiftelsepodpaleniefogo posto, incêndio propositalподжогmordbrandการลอบวางเพลิงkundaklamatội cố ý gây hỏa hoạn纵火הצתהпалеж (embri'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
το να προκαλεί κπ επίτηδες πυρκαγιά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close