ενδίδω

(προωθήθηκε από ενέδωσα)
Αναζητήσεις σχετικές με ενέδωσα: ενδίδω
Μεταφράσεις

ενδίδω

give in (en'ðiðo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σταματάω να αντιστέκομαι ενδίδω στον πειρασμό
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close