ενέργεια

Μεταφράσεις

ενέργεια

action, energy, agissement, act, power, proceedingenergioénergieطَاقَة, قُوَّةenergieenergiEnergieenergíaenergiaenergijaenergiaエネルギー, 元気에너지energieenergienergiaenergiaсилы, энергияenergiพลังงานenerjinăng lượng精力, 能量 (e'nerʝia)
ουσιαστικό θηλυκό
1. φυσική δύναμη ή μετάδοση κίνησης και λειτουργίας ηλιακή ενέργεια
κάνω κτ να λειτουργήσει
2. η επιρροή ασκώ θετικήαρνητική ενέργεια πάνω σε κπ ή κτ
3. πράξη, κίνηση μία αποτελεσματική ενέργεια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close