ενέχυρο

Μεταφράσεις

ενέχυρο

collateral (e'neçiro)
ουσιαστικό αρσενικό
αντικείμενο αξίας που δίνεται για εγγύηση βάζω κτ ενέχυρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close