ενήλικος

(προωθήθηκε από ενήλικη)
Μεταφράσεις

ενήλικος

(e'nilikos) αρσενικό

ενήλικη

(e'nilici) θηλυκό

ενήλικο

adult, grown-upadulte, grande personneadultبَالِغ, بالِغdospělý mužvoksenErwachseneradulto, persona mayoraikuinenodrasla osoba, odrastaoadulto大人, 成人성인volwassenevoksendorosłyadultoвзрослыйvuxenผู้ใหญ่erişkin, yetişkinngười lớn, người trưởng thành成年人, 成人成人 (e'niliko) ουδέτερο
επίθετο
που είναι τουλάχιστον δεκαοκτώ χρονών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close