ενίσχυση

Μεταφράσεις

ενίσχυση

amplification, reinforcementamplificationajuda援助援助pomoc원조tukistøtteпомощaiutostöd援助помощьPodporaayuda (e'nisçisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η πρόσθεση δύναμης, σταθερότητας ενίσχυση των θεμελίων
2. η παροχή βοήθειας αστυνομικές ενισχύσεις οικονομική ενίσχυση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close