ενδεικτικός

Μεταφράσεις

ενδεικτικός

(enðikti'kos) αρσενικό

ενδεικτική

(enðikti'ci) θηλυκό

ενδεικτικό

indicative指示指示vägledandevejledendeindicativoindicatieveorientačníиндикативно (enðikti'ko) ουδέτερο
επίθετο
που κάνει κτ να γίνει φανερό ενδεικτική συμπεριφορά
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close