ενδιάμεσος

(προωθήθηκε από ενδιάμεση)
Μεταφράσεις

ενδιάμεσος

(en'ðjamesos) αρσενικό

ενδιάμεση

(en'ðjamesi) θηλυκό

ενδιάμεσο

intermediate, middleintermédiaireمُتَوَسِّطٌprostřednímellemliggendedazwischenliegendintermediokeskitasonsrednjiintermedio中間の중간의tussenliggendmellomliggendepośredniintermediárioпромежуточныйmellanliggandeระหว่างกลางortatrung gian中间的 (en'ðjameso) ουδέτερο
επίθετο
ανάμεσα από δύο σημεία η ενδιάμεση φάση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close