ενδοιασμός

Μεταφράσεις

ενδοιασμός

hesitation, scruplehésitation, indécision, scrupule (enðia'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
δισταγμός Δεν έχω κανέναν ενδοιασμό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close