ενεργητικό

Μεταφράσεις

ενεργητικό

assets, assetactif
ουσιαστικό ουδέτερο
αυτά που έχει κάνει κν Έχει πολλές επιτυχίες στο ενεργητικό της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close