ενεργώ

Μεταφράσεις

ενεργώ

agiractيَفْعَلُjednathandlehandelnactuar, actotoimiačinitiagire行動する행동하다handelenhandledziałaćatuarдействоватьhandlaกระทำharekete geçmekhành động行动, 行为行為מעשהАкт (ener'ɣo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. κάνω κτ με κπ σκοπό Πρέπει να ενεργήσουμε.
2. φέρνω αποτέλεσμα Η ένεση ενεργεί γρήγορα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close