ενηλικιώνομαι

Μεταφράσεις

ενηλικιώνομαι

(enilici'onome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
γίνομαι δεκαοκτώ χρονών
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close