ενθαρρύνω

Μεταφράσεις

ενθαρρύνω

encouragerencourageيُشَجِّعُpovzbuditopmuntreermutigenanimar, fomentarrohkaistaohrabritiincoraggiare勇気づける용기를 북돋우다aanmoedigenoppmuntrezachęcićencorajarободрять, поощрятьuppmuntraให้กำลังใจyüreklendirmekkhuyến khích鼓励鼓勵לעודד (enθa'rino)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω θάρρος σε κπ ενθαρρύνω κπ να ολοκληρώσει κτ
2. τονώνω, διευκολύνω ενθαρρύνω την αποκέντρωση
3. δίνω δικαίωμα σε κπ Αν τον ενθαρρύνεις, δε θα φύγει ποτέ.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close