ενθουσιώδης

(προωθήθηκε από ενθουσιώδες)
Μεταφράσεις

ενθουσιώδης

(enθusi'oðis) αρσενικό-θηλυκό

ενθουσιώδες

enthusiastic, avid, exuberant, jubilant, rave, keenenthousiasmant, enthousiasteمُتَحَمِّس, مُتَحَمِّسٌdychtivý, nadšenýentusiastisk, ivrig efterbegeistert, enthusiastischentusiasta, resueltoinnokasentuzijastičan, gorljivappassionato, entusiasta熱心な열심인enthousiastentusiastisk, ivrigentuzjastyczny, zapalonyentusiásticoжаждать, увлеченныйangelägen, entusiastiskกระตือรือร้นhevesli, isteklinhiệt tình, say mê渴望的, 热情的, 热心熱心Ентусиазиран (enθusi'oðes) ουδέτερο
επίθετο
γεμάτος χαρά ενθουσιώδης υποδοχή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close