ενιαίος

Μεταφράσεις

ενιαίος

(eni'eos) αρσενικό

ενιαία

(eni'ea) θηλυκό

ενιαίο

uniform, jointمُشْتَرِكٌspolečnýfællesgemeinsamconjuntoyhteis-conjointzajedničkicongiunto共同の공동의gezamenlijkfelleswspólnyem conjunto, únicoсовместныйförenadสัมพันธ์กันortakchung共同的יחיד (eni'eo) ουδέτερο
επίθετο
που αποτελεί ένα αδιαίρετο σύνολο ενιαίο κράτος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close