ενισχύω

Μεταφράσεις

ενισχύω

amplifiamplifier, renforcerstrengthen, amplify, back, boostيُقَوِيposílitstyrkestärkenfortalecervahvistaaojačatirafforzare強くする강화하다sterker makenstyrkewzmocnićfortalecerусиливать(ся)förstärkaทำให้แข็งแรงขึ้นgüçlendirmektăng cường加强 (eni'sçio)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βοηθάω, διευκολύνω ενισχύω οικονομικά
2. προσθέτω ένταση ενισχύω τη δύναμη κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close