εννοώ

Μεταφράσεις

εννοώ

mean, understandentendre, ne pas plaisanter, signifierلا يـَمْزَحُ, يَعْنِيmyslet vážně, znamenatbetyde, menemeinenquerer decir, significar, Quiero decirtarkoittaamisliti, značitifare sul serio, significare意味する, 本気で言う~을 뜻하다, 뜻하다betekenen, menenbety, meneoznaczać, oznaczyćfalar sério, querer dizer, significarиметь ввиду, означатьmenaมีเจตนา, หมายความว่าgerçeği söylemek, kastetmekcó nghĩa, muốn nói对…认真, 意谓Искам да кажа (eno'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. συνειδητοποιώ, πιστεύω Δεν εννοεί αυτό που λέει.
2. λέω κτ προς διευκρίνιση Τι εννοείς; Εννοείς πως εγώ το έκανα ;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close