ενοικιάζω

Μεταφράσεις

(ε) νοικιάζω

rentloueralquilar, arrendar ( enici'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δίνω κτ αντί χρημάτων για κπ χρονικό διάστημα νοικιάζω το σπίτι μου σε κπ
2. παίρνω κτ αντί χρημάτων για κπ χρονικό διάστημα νοικιάζω ένα διαμέρισμα στο κέντρο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close