ενοποιώ

Μεταφράσεις

ενοποιώ

unify, unite (enopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ενώνω ενοποιώ ένα κόμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close