ενοχή

Μεταφράσεις

ενοχή

guiltشُعور الذَنْبvinaskyldSchuldculpa, culpabilidadsyyllisyysculpabilitékrivnjacolpa有罪유죄schuldgevoelskyldwinaculpaвинаskuldความผิดsuçluluktội犯罪винаאשמה (eno'çi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. τύψη αισθάνομαι ενοχές
2. ευθύνη για επιλήψιμη πράξη αποδεικνύω την ενοχή κάποιου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close