ενοχλητικός

(προωθήθηκε από ενοχλητικό)
Μεταφράσεις

ενοχλητικός

(enoxliti'kos) αρσενικό

ενοχλητική

(enoxliti'ci) θηλυκό

ενοχλητικό

troublesome, grating, pesky, trying, annoyingمُضَايِقprotivnýirriterendeärgerlichfastidiosoärsyttäväembêtantkoji dodijavairritanteうるさい귀찮은ergerlijkirriterendedrażniącyirritanteраздражающийirriterandeน่ารำคาญsinir bozucugây khó chịu讨厌 (enoxliti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που προκαλεί ενόχληση και εκνευρισμό ενοχλητικός θόρυβος ενοχλητικός γείτονας
2. που φέρνει σε δύσκολη θέση ενοχλητική ερώτηση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close