ενοχλώ

Μεταφράσεις

ενοχλώ

disturb, bother, annoy, irritate, troubledéranger, embêterderanjaيُزْعِجُ, يُضايقُpodráždit, rušitforstyrre, irritereärgern, störenmolestar, perturbarhäiritä, suututtaaozlovoljiti, uznemiritidisturbare, irritareうるさがらせる, 邪魔をする귀찮게 하다, 방해하다ergeren, storenforstyrre, irriteredokuczyć, zaniepokoićirritar, perturbarотвлекать, раздражатьirritera, störaทำให้รำคาญ, รบกวนrahatsız etmek, sinirini bozmaklàm khó chịu, quấy rầy扰乱, 骚扰 (eno'xlo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προκαλώ δυσαρέσκεια Μ'ενοχλούν οι δυνατές μυρωδιές.
2. αποσπώ, διακόπτω Μήπως σας ενοχλώ;
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close