ενοχοποιητικός

(προωθήθηκε από ενοχοποιητικό)
Μεταφράσεις

ενοχοποιητικός

(enoxopiiti'kos)

ενοχοποιητική

(enoxopiiti'ci)

ενοχοποιητικό

incriminating (enoxopiiti'ko)
επίθετο
που ενοχοποιεί ενοχοποιητικό στοιχείο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close