ενσωματώνω

Μεταφράσεις

ενσωματώνω

embed, embody, incorporateincorpora (ensoma'tono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. προσθέτω υλικό σε μείγμα ενσωματώνω τα αυγά στη ζύμη
2. μεταφορικά αφομοιώνω, προσαρμόζω Ενσωμάτωσε νέα στοιχεία στην έρευνά του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close