εντάξει

Μεταφράσεις

εντάξει

in Ordnung, ganz gut, gutokay, alright, all righten ordode acuerdo, bien, buenod'accord, d’accord, convenable, okrendbentudo bem, bom, está bemладно, порядок, хорошоطَيِّب, عَلَى ما يُرامv pořádkugodt, O.K.hyvä on, ihan hyvädobar, u redubello, va beneまあまあの, 申し分なく잘, 훌륭한acceptabel, in ordegreit, OKw porządkuokay, okejน่าพอใจ, อย่างน่าพอใจiyi, orta karartạm ổn, tốt尚可的, 良好 (e'ndaksi)
επίρρημα
1. δηλώνει συναίνεση Εντάξει, θα κάνω ό,τι θέλεις.
2. σε καλή κατάσταση Είναι εντάξει, δε χάλασε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close