εντάσσω

Μεταφράσεις

εντάσσω

subsume, enlistsubsumer (e'ndaso)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
συμπεριλαμβάνω εντάσσω τη μουσική στο πρόγραμμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close