εντείνομαι

Μεταφράσεις

εντείνομαι

(e'ndinome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
γίνομαι πιο έντονος Εντάθηκαν οι προετοιμασίες. Εντείνεται η αγωνία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close