εντοιχίζω

Μεταφράσεις

εντοιχίζω

(enti'çizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
χτίζω μέσα σε τοίχο
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close