εντολή

Μεταφράσεις

εντολή

орденBefehl, Kommandocommand, order, commandment, injunction, mandateordre, commandementприказ, командаordning, orderأَمْرpříkazbefalingorden, comandokäskyzapovijedcomando命令명령commandokommandorozkazcomando, ordemคำสั่งemirmệnh lệnh指令, 命令הפקודה命令 (endo'li)
ουσιαστικό θηλυκό
1. διαταγή δίνω εντολές
οι εντολές στον Μωυσή
2. πληροφορική χειρισμός για να μπει κτ σε λειτουργία στον υπολογιστή χτυπάω σε μια εντολή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close