εντοπίζω

Μεταφράσεις

εντοπίζω

locate, spot, pinpoint, track downيَتَتَبَّعُ, يَتَعَرَّفُvšimnout si, vypátratfå øje på, opsporeaufspüren, entdeckendivisar, localizarhuomata, jäljittäädépister, remarquerpronaći, spazitiindividuare, rintracciare見つける, 跡をたどって見つけ出す...을 찾아내다, 찾아내다herkennen, opsporenfå øye på, spore oppdostrzec, wytropićlocalizar, localizeвыслеживать, заметитьspåra upp, upptäckaติดตามจนพบ, พบเห็นfark etmek, izini sürmekphát hiện ra, tìm ra认出, 追查到, 找到לאתר找到Намерете (endo'pizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
βρίσκω Εντόπισε τον κλέφτη. εντοπίζω το λάθος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close