εντυπωσιάζω

Μεταφράσεις

εντυπωσιάζω

impressيُؤَثِّرُ فِيudělat dojemimponerebeeindruckenimpresionartehdä vaikutusimpressionnerimpresioniraticolpire強く印象づける감명을 주다indruk makenimponerezachwycićimpressionarвпечатлятьimponeraประทับใจetkilemekgây ấn tượng留下印象 (endiposi'azo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω να με θαυμάζουν Με εντυπωσιάζει με τo ταλέντo του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close