εντυπωσιασμένος

Μεταφράσεις

εντυπωσιασμένος

مُتَأَثِّرٌ

εντυπωσιασμένος

ohromený

εντυπωσιασμένος

imponeret

εντυπωσιασμένος

beeindruckt

εντυπωσιασμένος

impressed

εντυπωσιασμένος

impresionado

εντυπωσιασμένος

johon on tehty vaikutus

εντυπωσιασμένος

impressionné

εντυπωσιασμένος

impresioniran

εντυπωσιασμένος

impressionato

εντυπωσιασμένος

印象づけられた

εντυπωσιασμένος

감명을 받은

εντυπωσιασμένος

onder de indruk

εντυπωσιασμένος

imponert

εντυπωσιασμένος

zachwycony

εντυπωσιασμένος

impressionado

εντυπωσιασμένος

впечатленный

εντυπωσιασμένος

imponerad

εντυπωσιασμένος

รู้สึกประทับใจ

εντυπωσιασμένος

etkilenmiş

εντυπωσιασμένος

có ấn tượng

εντυπωσιασμένος

印象深刻的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close