εντυπώνομαι

Μεταφράσεις

εντυπώνομαι

(endi'ponome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
για κτ που μένει στη μνήμη Αυτή η εικόνα εντυπώθηκε για πάντα μέσα μου.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close