εντύπωση

Μεταφράσεις

εντύπωση

impressionвпечатлениеإِنْطِبَاعٌdojemindtrykEindruckimpresiónvaikutelmaimpressiondojamimpressione印象인상indrukinntrykkwrażenieimpressãointryckสิ่งที่ประทับใจizlenimấn tượng印象印象הרושם (e'ndiposi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. η εικόνα που σχηματίζουμε για κτ ή κπ έχω θετικήαρνητική εντύπωση για κπ
νομίζω ότι
κάνω να νομίζουν ότι
2. εντυπωσιάζω
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close