ενώνω

Μεταφράσεις

ενώνω

joindre, unir, unifieramalgamate, join, uniteيُوَحِّدُspojit seforenevereinigenuniryhdistääujedinitiunire結合する연합하다verenigenforenezjednoczyćunirобъединятьförenaทำให้เป็นหนึ่งbirleştirmekhợp nhất团结 (e'nono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω δυο αντικείμενα να συνδέονται ενώνω τα χέρια
2. μεταφορικά προσθέτω δύναμη Θα ενώσουμε τις δυνάμεις μας.
3. μεταφορικά συνδέω Τους ενώνει βαθιά φιλία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close