εξάδερφος

Μεταφράσεις

(ε) ξάδερφος

( e'ksaðerfos)

ξαδέρφη

( eksa'ðerfi) θηλυκό
ουσιαστικό
o γιος ή η κόρη του θείου ή της θείας μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close