εξάμηνο

Μεταφράσεις

εξάμηνο

Semester, Halbjahrsemestersemestreفَصْلٌ دِراسِيّsemestrsemestersemestreyliopiston lukukausisemestarsemestre二学期制度の一学期학기semestersemestersemestrsemestreсеместрterminเทอมsömestrhọc kỳ学期, 一半חצי一半 (e'ksamino)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. διάστημα έξι μηνών Οι εργασίες κράτησαν ένα εξάμηνο.
2. το μισό χρονικό διάστημα της εκπαιδευτικής χρονιάς οι εξετάσεις του πρώτου εξαμήνου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close