εξάπλωση

Μεταφράσεις

εξάπλωση

spread, expansion (e'ksaplosi)
ουσιαστικό θηλυκό
μετάδοση η εξάπλωση αρρώστιας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close