εξάρτημα

Μεταφράσεις

εξάρτημα

accessory, part, componentaccessoireمُلْحَقdoplněktilbehørZubehöraccesorio, complementolisävarustedodatakaccessorio付属物부속물accessoiretilbehørakcesoriaacessórioаксессуарaccessoarเครื่องประดับaksesuarphụ kiện附件аксесоар (e'ksartima)
ουσιαστικό ουδέτερο
μέρος ενός μηχανήματος εξαρτήματα αυτοκινήτων
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close