εξάτμιση

Μεταφράσεις

εξάτμιση

exhaust, evaporation, exhaust pipeéchappement, pot d’échappement蒸発, エキゾーストパイプиспарение, выхлопная трубаevaporación, tubo de escapeماسورَةُ العادِمvýfukudstødningsrørAuspuffrohrpakoputkiispušna cijevtubo di scappamento배기관uitlaatpijpeksosrørrura wydechowaescapamento, tubo de escape, evaporaçãoavgasrörท่อไอเสียegzoz borusuống xả排气管, 蒸发蒸發 (e'ksatmisi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να εξατμίζεται υγρό η εξάτμιση του νερού
2. ο σωλήνας αυτοκινήτου απ' όπου φεύγουν τα καυσαέρια H εξάτμιση βούλωσε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close