εξέταση

Μεταφράσεις

εξέταση

examination, exam, inquiryاِمْتِحَانzkouškaeksaminationUntersuchungexamenkuulusteluexamentestesame試験시험examenundersøkelseegzaminexameосмотрundersökningการสอบsınavbài kiểm tra考试преглед考試 (e'ksetasi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. μελέτη η εξέταση ενός ζητήματος
2. διαγώνισμα, έλεγχος γνώσεων δίνω περνάω εξετάσεις oι εξετάσεις του εξαμήνου
3. ανακριτικές ερωτήσεις η εξέταση ενός υπόπτου
4. έλεγχος υγείας ιατρική εξέταση μικροβιολογική εξέταση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close