εξέχω

Μεταφράσεις

εξέχω

protrude, stick outيُبْرِزُvyčuhovatstikke fremherausstreckenresaltar, sobresalirtyöntyä esiinressortirstršatisporgere突き出す두드러지다uitstekenstikke seg utwysunąćestar saliente, sobressairторчатьsticka utยื่นออกมาçıkarmakthò ra伸出来 (e'ksexo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
σχηματίζω προεξοχή μπαλκόνι που εξέχει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close