εξαγοράζω

Μεταφράσεις

εξαγοράζω

redeem, buy out, take overelaĉetiracheter (eksaɣo'razo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. δωροδοκώ κπ εξαγοράζω τη σιωπή κάποιου εξαγοράζω κπ
2. απoκτώ αγαθό δίνοντας σε αντάλλαγμα χρήματα εξαγοράζω την ελευθερία μου
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close