εξαγριώνω

Μεταφράσεις

εξαγριώνω

enrage, infuriate (eksaɣri'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να θυμώσει πολύ Η αδιαφορία του με εξαγριώνει
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close