εξαγωγή

Μεταφράσεις

εξαγωγή

export, extractioneksportoexportation, exportصادِرvývozeksportExportexportaciónvientiizvozesportazione輸出수출exporteksporteksportexportaçãoэкспортexportการส่งออกihracatsự xuất khẩu出口износייצוא出口 (eksaɣo'ʝi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. πώληση προϊόντος στο εξωτερικό εξαγωγή ρούχων
2. αφαίρεση μέρους εξαγωγή δοντιού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close