εξαιρουμένου

Μεταφράσεις

εξαιρουμένου

بِاِسْتِثْناء

εξαιρουμένου

kromě

εξαιρουμένου

fraregnet

εξαιρουμένου

ausgenommen

εξαιρουμένου

excluding

εξαιρουμένου

sin incluir

εξαιρουμένου

pois lukien

εξαιρουμένου

à l’exclusion de

εξαιρουμένου

isključujući

εξαιρουμένου

eccetto

εξαιρουμένου

・・・を除いて

εξαιρουμένου

...을 제외하고

εξαιρουμένου

exlusief

εξαιρουμένου

unntatt

εξαιρουμένου

wyłączając

εξαιρουμένου

exceto

εξαιρουμένου

исключая

εξαιρουμένου

exklusive

εξαιρουμένου

ที่แยกออกไป

εξαιρουμένου

dışında

εξαιρουμένου

trừ

εξαιρουμένου

除外
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close