εξαναγκάζω

Μεταφράσεις

εξαναγκάζω

force, compel, makeيُجْبِرُnutittvingezwingenobligarpakottaaforcerprisilitiforzare強いる강요하다dwingentvingezmusićforçarпринуждатьtvingaบังคับzorlamakcưỡng ép强制 (eksana'gazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
υποχρεώνω Με εξανάγκασε να πω ψέματα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close