εξαντλημένος

(προωθήθηκε από εξαντλημένο)
Μεταφράσεις

εξαντλημένος

(eksandli'menos) αρσενικό

εξαντλημένη

(eksandli'meni) θηλυκό

εξαντλημένο

spent, weary, exhaustedمُرْهَقvyčerpanýudmatteterschöpftexhaustouupunutépuiséiscrpljenspossato疲れきった기진맥진한uitgepututslittwyczerpanyexaustoистощенныйutmattadเหน็ดเหนื่อยtükenmişkiệt sức疲惫的 (eksandli'meno) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν κυκλοφορεί πια εξαντλημένη έκδοση
2. πάρα πολύ κουρασμένος Είμαι εξαντλημένος από το ταξίδι.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close