εξαντλώ

Μεταφράσεις

εξαντλώ

exhaust, run out, deplete, sap, tire, use upépuiser, harasser, finirيَسْتَهْلِكُspotřebovatbruge opaufbrauchenconsumir, gastarkäyttää loppuunpotrošiticonsumare使い果たす다 써버리다opgebruikenbruke oppzużyćesgotar, gastarизрасходоватьgöra slut påใช้จนหมดbitirmekdùng hết用完 (eksan'dlo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω να μην περισσεύει τίποτα εξαντλώ αποθέματα εξαντλώ την υπομονή μου εξαντλώ κάθε πιθανότητα
2. κουράζω πολύ κπ Το ταξίδι με εξάντλησε.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close