εξαπλώνομαι

Μεταφράσεις

εξαπλώνομαι

يَنْتَشِرُrozptýlit sesprede (sig)ausdehnenspread outdispersarselevittäytyäs’étalerproširitisepararsi広げる떨어져 나가다zich uitspreidenspre utoverrozciągnąćdispersar-seрассредоточивать(ся)sprida utกระจายyayılmaktản ra分散 (eksa'plonome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. διαδίδομαι Τα νέα εξαπλώθηκαν παντού.
2. μεταδίδομαι Το μικρόβιο εξαπλώθηκε γρήγορα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close